Κάθε παιδί μπορεί να χρειαστεί εφαρμογή μίας από τις παρακάτω μεθόδους ή συνδυασμό κάποιων από αυτές.

Διαγνωστικά Τεστ

Η κλίμακα WISC-V θεωρείται παγκοσμίως το πλέον αξιόπιστο και έγκυρο ψυχομετρικό εργαλείο για την αξιολόγηση της γνωστικής ανάπτυξης των παιδιών από 6 ετών έως 16 ετών και 11 μηνών. Ο απαιτούμενος χρόνος χορήγησης είναι από 60 έως 90 λεπτά.

Πρόκειται για την ελληνική έκδοση της Κλίμακας Nοημοσύνης του Wechsler για Παιδιά (Wechsler Intelligence Scale for Child­ren). Αποτελείται από 13 επιμέρους κλίμακες, η καθεμία εκ των οποίων αξιολογεί έναν διαφορετικό τομέα της νοημοσύνης (μνήμη, αφαιρετική σκέψη, κατανόηση, κ.ά). 

Η χορήγηση του WISC-V οδηγεί σε έξι (6) δείκτες:

  • τον Δείκτη Λεκτικής Κατανόησης
  • τον Δείκτη Οπτικοχωρικής Αντίληψης
  • τον Δείκτη του Ρέοντος Συλλογισμού
  • τον Δείκτη της Εργαζόμενης Μνήμης
  • τον Δείκτη Ταχύτητας Επεξεργασίας 
  • τον Γενικό Δείκτη Νοημοσύνης

Επίσης, είναι διαθέσιμοι πέντε βοηθητικοί δείκτες που παρέχουν περαιτέρω πληροφορίες για τις γνωστικές ικανότητες του παιδιού: Ποσοτικού Συλλογισμού, Ακουστικής Εργαζόμενης Μνήμης, Μη λεκτικής Ικανότητας, Γενικής Ικανότητας και Γνωστικής Επάρκειας 

To WISC-V, βοηθά στην αξιολόγηση των νοητικών ικανοτήτων του παιδιού, το οποίο έχει σημαντική διαγνωστική αξία για τον εντοπισμό δυσχερειών σε κάποιους τομείς ανάπτυξης του παιδιού.

Το WISC-V χρησιμοποιείται κατά την ψυχολογική, αναπτυξιακή και μαθησιακή και μπορεί να συμβάλλει στον εντοπισμό παιδιών με ιδιαίτερες νοητικές ικανότητες ή μαθησιακές δυσκολίες. Με βάση την επίδοση του παιδιού, παρέχονται συγκεκριμένες εξατομικευμένες ψυχοεκπαιδευτικές προτάσεις.

Στο κέντρο μας χρησιμοποιείται, επίσης, η τρίτη έκδοση της Κλίμακας Νοημοσύνης για Παιδιά Προσχολικής Ηλικίας, WPPSI – III (Wechsler Preschool & Primary Scale of Intelligence – Third Edition). Πρόκειται για την πιο αξιόπιστη, έγκυρη και πιο συχνά χρησιμοποιούμενη κλίμακα παγκοσμίως για την αξιολόγηση ικανοτήτων παιδιών προσχολικής ηλικίας.

Είναι ένα ψυχομετρικό εργαλείο που μετράει τη νοημοσύνη και τη νοητική λειτουργικότητα παιδιών προσχολικής ηλικίας. Απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας από 2 ετών και 6 μηνών έως και 7 ετών και 3 μηνών. Χορηγείται αποκλειστικά από ψυχολόγο με εκπαίδευση στο συγκεκριμένο εργαλείο.

Το WPPSI – III παρέχει αποτελέσματα που περιλαμβάνουν τρεις δείκτες: το Λεκτικό Δείκτη Νοημοσύνης (ΛΔΝ), τον Πρακτικό Δείκτη Νοημοσύνης (ΠΔΝ) και το Γενικό Δείκτη Νοημοσύνης (ΓΔΝ).

Με τη χρήση αυτού του τεστ παρέχεται ακριβέστερη διάγνωση της λειτουργικότητας και των δυσκολιών του παιδιού, αλλά και προτάσεις για το σχεδιασμό ή την τροποποίηση του θεραπευτικού προγράμματος αποκατάστασης.

Τεστ Διάγνωσης Μαθησιακών Δυσκολιών 5-9 ετών (υπό προϋποθέσεις και σε μεγαλύτερα παιδιά)

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ: 90 λεπτά 

Το Αθηνά Τεστ αποτελεί διαγνωστική μέθοδο που εντοπίζει με ακρίβεια τις δυσκολίες μάθησης. Απευθύνεται πρωτίστως σε παιδιά ηλικίας 5 έως με 9 ετών (δηλαδή νηπιαγωγείου, Α΄, Β΄, Γ΄ & Δ΄ Δημοτικού), αλλά χορηγείται και σε μεγαλύτερα παιδιά. 

Πρόκειται για ένα πολυθεματικό τεστ ενδοατομικής αξιολόγησης που δίνει μια αναλυτική εικόνα της παρούσας κατάστασης του παιδιού, σε καίριους τομείς της ανάπτυξης. Αποτελείται από μία σειρά επιμέρους διαγνωστικών δοκιμασιών, οι οποίες αξιολογούν ένα ευρύτατο φάσμα κινητικών, αντιληπτικών, νοητικών και ψυχογλωσσικών διεργασιών. Οι δοκιμασίες αυτές ελέγχουν και αξιολογούν πλευρές της ανάπτυξης του παιδιού που θεωρούνται κρίσιμες για τη σχολική μάθηση και προσαρμογή.

Οι κλίμακες μέτρησης του Αθηνά Τεστ

Το τεστ αποτελείται από τις πέντε κίμακες «Νοητική Ικανότητα», «Άμεση μνήμη ακολουθιών», «Ολοκλήρωση προτάσεων», «Γραφο-φωνολογική ενημερότητα» και «Νευρο-ψυχολογική ετοιμότητα». Οι κλίμακες εξετάζονται από δεκατέσσερις υποκλίμακες και μία συμπληρωματική ως εξής:

1.Νοητική Ικανότητα

  • Γλωσσικές αναλογίες
  • Αντιγραφή σχημάτων
  • Λεξιλόγιο
  1. Άμεση μνήμη ακολουθιών
  • Μνήμη ακολουθιών
  • Κοινές ακολουθίες (συμπληρωματική)
  • Μνήμη εικόνων
  • Μνήμη σχημάτων
  1. Ολοκλήρωση προτάσεων
  • Ολοκλήρωση προτάσεων
  • Ολοκλήρωση λέξεων
  1. Γραφο-φωνολογική ενημερότητα
  • Διάκριση γραφημάτων
  • Διάκριση φθόγγων
  • Σύνθεση φθόγγων
  1. Νευρο-ψυχολογική ετοιμότητα
  • Οπτικο-κινητικός συντονισμός
  • Αντίληψη δεξιού-αριστερού
  • Πλευρίωση

Η σημασία της πρώιμης παρέμβασης σε παιδιά με δυσλεξία είναι τεράστια, καθώς με ειδικούς σχεδιασμούς στα εκπαιδευτικά προγράμματα και με εξατομικευμένη παρέμβαση ανάλογα με τις συγκεκριμένες δυσκολίες του κάθε παιδιού, μπορούν να προληφθούν γνωστικά κενά, αλλά ακόμα και να δοθεί στο παιδί η κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη που χρειάζεται, προτού εμφανιστούν προβλήματα συναισθηματικού χαρακτήρα σε αυτά.

Το M-CHAT αποτελεί ένα επικυρωμένο ανιχνευτικό εργαλείο που αξιολογεί τον κίνδυνο ενός παιδιού να παρουσιάζει Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος και αφορά παιδιά ηλικίας 16 με 30 μηνών.

Η Πρώιμη Παρέμβαση απευθύνεται αποκλειστικά σε παιδιά προσχολικής ηλικίας, δηλαδή από τη βρεφική περίοδο μέχρι τα 6 έτη. Σε αυτήν την περίπτωση ακολουθείται η συμπεριφοριστική μέθοδος Portage, ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης αναπτυξιακών δυσκολιών.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα ακολουθείται παράλληλα και ανεξάρτητα από τις ειδικές θεραπείες και δεν αντικαθιστά την αναγκαιότητά τους, εφόσον κρίνονται σκόπιμες και απαραίτητες από τους ειδικούς θεραπευτές.

Βασικός στόχος είναι η αύξηση του επιπέδου της λειτουργικότητας του παιδιού σε σχέση με το αρχικό του στάδιο, το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με αναπτυξιακούς πίνακες. Προϋπόθεση του προγράμματος είναι τόσο η παρουσία όσο κυρίως η ενεργή συμμετοχή των γονέων του παιδιού κατά τη διάρκεια της παρέμβασης, η στενή συνεργασία με το θεραπευτή όπως και η συνέχιση των οδηγιών για τη σταδιακή επίτευξη της βασικής στοχοθεσίας.


Το Πρόγραμμα Πρώιμης Παρέμβασης Portage ενδείκνυται για:

  • Αναπτυξιακές Διαταραχές (Νοητική Υστέρηση)
  • Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ)
  • Δυσκολίες στη συμπεριφορά
  • Σύνδρομο down
Σκοπός του ΛΑΜΔΑ (Λογισμικό Ανίχνευσης Μαθησιακών Δεξιοτήτων και Αδυναμιών) είναι η ανίχνευση μαθησιακών δυσκολιών στο λόγο (γραπτό και προφορικό).

Τι ακριβώς κάνει το ΛΑΜΔΑ;
Το ΛΑΜΔΑ περιλαμβάνει μια σειρά από επιλεγμένες ασκήσεις για τους μαθητές, διαφορετικές για κάθε τάξη. Με τις ασκήσεις αυτές εξετάζεται το επίπεδο ικανοτήτων του μαθητή σε τομείς του γραπτού και προφορικού λόγου και εντοπίζονται τομείς αδυναμιών.

Για ποιες ηλικίες είναι κατάλληλο το ΛΑΜΔΑ;
Το ΛΑΜΔΑ χρησιμοποιείται από παιδιά Β′ Δημοτικού μέχρι και Β′ Γυμνασίου. Η μορφή και το περιεχόμενο των ασκήσεων διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία ώστε να διατηρείται το ενδιαφέρον των παιδιών και να εξασφαλίζεται η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων.

Οι δοκιμασίες που συμπεριλαμβάνονται στο ΛΑΜΔΑ, με τη μορφή παιχνιδιών στον υπολογιστή, αφορούν στους εξής 8 τομείς:

1. Ορθογραφία
2. Μορφοσυντακτική επεξεργασία
3. Κατανόηση προφορικού λόγου
4. Κατανόηση γραπτού κειμένου
5. Λεξιλόγιο
6. Μη λεκτική νοητική ικανότητα
7. Μνήμη εργασίας (εύρος προσοχής)
8. Αντίληψη χαρακτηριστικών μουσικής

Η πρώιμη Παρέμβαση απευθύνεται αποκλειστικά σε παιδιά προσχολικής ηλικίας, δηλαδή από τη βρεφική περίοδο μέχρι τα 6 έτη. Σε αυτήν την περίπτωση ακολουθείται η συμπεριφοριστική μέθοδος Portage, ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης αναπτυξιακών δυσκολιών.

Βασικός στόχος είναι η αύξηση του επιπέδου της λειτουργικότητας του παιδιού σε σχέση με το αρχικό του στάδιο, το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με αναπτυξιακούς πίνακες.

Προϋπόθεση του προγράμματος είναι τόσο η παρουσία όσο κυρίως η ενεργή συμμετοχή των γονέων κατά τη διάρκεια της παρέμβασης, η στενή συνεργασία με τον θεραπευτή, όπως και η συνέχιση των οδηγιών για τη σταδιακή επίτευξη της βασικής στοχοθεσίας. 

Το πρόγραμμα ενδείκνυται για: 

  • Αναπτυξιακές Διαταραχές
  • Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ)
  • Προβλήματα συμπεριφοράς
  • Σύνδρομο Down

Πρόκειται για δυο σταθμισμένες μορφές της κλίμακας αξιολόγησης της ΔΕΠ/Υ κατά DSM-IV για γονείς και εκπαιδευτικούς, που σκοπό έχουν την διάγνωση , αξιολόγηση και πρόγνωση χαρακτηριστικών του Συνδρόμου Ελλειμματικής Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα. Η πρωτότυπη κλίμακα δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ και η χρήση της είναι ευρέως διαδεδομένη

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ/Υ) αποτελεί μια από τις πιο διαδεδομένες διαταραχές συμπεριφοράς της παιδικής ηλικίας και οι ειδικοί του χώρου της ψυχικής υγείας και της εκπαίδευσης αντιμετωπίζουν σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό την πρόκληση της αξιολόγησης παιδιών και εφήβων με αυτή τη διαταραχή. Η “Κλίμακα Αξιολόγησης της ΔΕΠ/Υ-IV είναι ένα πολύτιμο εργαλείο έγκαιρου και έγκυρου εντοπισμού της διαταραχής, διότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί εύκολα από τα άτομα του κοντινού περιβάλλοντος του παιδιού (εκπαιδευτικούς και γονείς). Επιτρέπει τον εντοπισμό των παιδιών που είναι πιθανό να εμφανίζουν τη διαταραχή, έτσι ώστε να παραπεμφθούν στις κατάλληλες σχολικές ψυχολογικές υπηρεσίες ή στα ιατροπαιδαγωγικά κέντρα για κλινική αξιολόγηση και διάγνωση.

Η Αισθητηριακή Ολοκλήρωση (Sensory Integration, S.I.) είναι η ικανότητα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ), να οργανώνει και να επεξεργάζεται τις αισθητικές πληροφορίες που μεταφέρονται στον εγκέφαλο μέσα από τα μάτια, το δέρμα, τα αυτιά, τους μύες, το στόμα, τη μύτη, τις αρθρώσεις κ.ά. και να τις χρησιμοποιεί κατάλληλα για να παραγάγει κατάλληλες προσαρμοστικές αντιδράσεις του σώματος στο περιβάλλον (Ayres, 1972, Case-Smith, 1998 Horrowitz & Rost, 2007).

Χάρη στην Αισθητηριακή Ολοκλήρωση μπορούμε να δράσουμε και αντιδράσουμε αποτελεσματικά σε καταστάσεις, όπως το να παίξουμε, να μάθουμε, να κάνουμε φίλους και να μείνουμε μακριά από επικίνδυνες καταστάσεις.

Για τα περισσότερα παιδιά, η Αισθητηριακή Ολοκλήρωση αναπτύσσεται ομαλά μέσα από το παιχνίδι και τις ελεύθερες δραστηριότητες. Η ικανότητα του σχεδιασμού μιας κίνησης, της επεξεργασίας των αισθητηριακών μηνυμάτων, της συγκέντρωσης, της οργάνωσης και της οργανωμένης εκτέλεσης, προκύπτει αυτόματα στα παιδιά ως μια φυσική εξέλιξη της ωρίμανσης του εγκεφάλου.

Με τη μέθοδο της Αισθητηριακής Ολοκλήρωσης, ο θεραπευτής θα οδηγήσει το παιδί μέσα από ειδικές κατευθυνόμενες δραστηριότητες που αναπτύσσουν και ρυθμίζουν τις ικανότητές του, ώστε να αντιδρά σωστά στους αισθητηριακούς ερεθισμούς, δίνοντας μια οργανωμένη και επιτυχημένη προσαρμοστική αντίδραση.

 

Σε ποιες αισθήσεις αναφέρεται;
Η αισθητηριακή ολοκλήρωση εστιάζεται κυρίως σε τρεις βασικές αισθήσεις, την απτική, την αιθουσαία και την ιδιοδεκτική. Η διασύνδεσή τους αρχίζει να σχηματίζεται πριν τη γέννηση και συνεχίζει να αναπτύσσεται καθώς το άτομο ωριμάζει και αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του. Οι τρεις αισθήσεις δεν συνδέονται μόνο μεταξύ τους αλλά και με τις υπόλοιπες αισθήσεις στον εγκέφαλο. Αν και οι τρεις αυτές αισθήσεις είναι λιγότερο γνωστές από την όραση και την ακοή είναι πολύ σημαντικές στη ζωή μας. Βασικά μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε, να αποτυπώνουμε και να αντιδράμε σε διαφορετικά ερεθίσματα στο περιβάλλον μας.

 

Τι ξέρουμε για την Αφή;
Το απτικό σύστημα περιλαμβάνει νεύρα κάτω από την επιφάνεια του δέρματος που στέλνουν πληροφορίες στον εγκέφαλο. Αυτές οι πληροφορίες αφορούν την αφή, τον πόνο, τη θερμότητα και την πίεση. Ο ρόλος τους είναι πολύ σημαντικός για την αντίληψη του περιβάλλοντος καθώς και για τις αυτόματες αντιδράσεις επιβίωσης. Όταν ένα παιδί έχει δυσλειτουργία του απτικού συστήματος μπορεί να αποφεύγει τη σωματική επαφή, να αρνείται να φάει τροφές με συγκεκριμένη «υφή» καθώς και να φορέσει ρούχα από συγκεκριμένα υφάσματα, να παραπονιέται όταν του πλένουν τα μαλλιά ή το πρόσωπο, να αποφεύγει να λερώσει τα χέρια του (πχ. με κόλλα, άμμο, δακτυλομπογιές) και να χρησιμοποιεί μόνο τις άκρες των δακτύλων για να χειριστεί αντικείμενα αντί για ολόκληρο το χέρι. Ένα δυσλειτουργικό απτικό σύστημα μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη αντίληψη της επαφής ή του πόνου (υπερευαισθησία ή υπαισθησία) και να οδηγήσει ένα παιδί στη γενική υπερδιέγερση, τη διάσπαση της προσοχής και την υπερκινητικότητα.

 

Τι είναι η Απτική Αμυντικότητα;
Η απτική αμυντικότητα είναι μια κατάσταση στην οποία το άτομο είναι υπερβολικά ευαίσθητο στο απλό άγγιγμα. Θεωρητικά, όταν το απτικό σύστημα είναι ανώριμο και λειτουργεί ακατάλληλα, αφύσικα νευρικά ερεθίσματα στέλνονται στο φλοιό του εγκεφάλου και επηρεάζουν άλλες εγκεφαλικές λειτουργίες. Αυτό με τη σειρά του έχει ως συνέπεια ο εγκέφαλος να δέχεται υπερβολικά ερεθίσματα και να έχει υπερδραστηριότητα, η οποία ούτε μπορεί να μειωθεί ούτε να οργανωθεί. Αυτού του τύπου η υπέρ-ευαισθητοποίηση στον εγκέφαλο μπορεί να προκαλέσει δυσκολία σε ένα άτομο να οργανώσει τη συμπεριφορά του και να συγκεντρωθεί και τελικώς μπορεί να οδηγήσει σε αρνητική συναισθηματική αντίδραση στα αγγίγματα.

Τι είναι το Αιθουσαίο Σύστημα;

Το αιθουσαίο σύστημα αναφέρεται σε δομές στο έσω αυτί (λαβύρινθος) που ανιχνεύουν την κίνηση και αλλαγές στη θέση της κεφαλής. Για παράδειγμα, το αιθουσαίο σύστημα «λέει» αν το κεφάλι μας είναι όρθιο ή σε πλάγια θέση (ακόμη και με τα μάτια μας κλειστά). Δυσλειτουργία σε αυτό το σύστημα, φαίνεται με δύο τρόπους. Κάποια παιδιά μπορεί να είναι υπερευαίσθητα στα αιθουσαία ερεθίσματα και παρουσιάζουν φοβίες σε κινητικές δραστηριότητες (πχ. κούνιες, τσουλήθρες, ράμπες, κατηφόρες ή ανηφόρες). Μπορεί επίσης να έχουν δυσκολία να σκαρφαλώσουν ή να κατέβουν σκάλες, ή να αποφεύγουν να περπατήσουν και να συρθούν σε ασταθείς επιφάνειες.  Γενικότερα αυτά τα παιδιά φαίνονται να είναι αδέξια. Στο άλλο άκρο, το παιδί μπορεί από μόνο του να αναζητά πολύ έντονες αισθητηριακές εμπειρίες όπως να στροβιλίζεται, να πηδάει ή να γυρίζει γύρω-γύρω. Το παιδί αυτό παρουσιάζει συμπτώματα υπαισθησίας του αιθουσαίου συστήματος, για αυτό προσπαθεί διαρκώς να δίνει ερεθίσματα στο αιθουσαίο σύστημα.

Τι είναι το Ιδιοδεκτικό Σύστημα;

Το ιδιοδεκτικό σύστημα αφορά τους μύες, τις αρθρώσεις και τους τένοντες που παρέχουν στο άτομο την ασυνείδητη αντίληψη της θέσης του σώματος στο χώρο. Όταν η ιδιοδεκτικότητα λειτουργεί επαρκώς η θέση του σώματος προσαρμόζεται αυτόματα σε διαφορετικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, το ιδιοδεκτικό σύστημα είναι υπεύθυνο να δώσει στο σώμα τα απαραίτητα σήματα για να καθίσουμε σωστά σε μια καρέκλα ή για να κατέβουμε από το πεζοδρόμιο. Επίσης μας επιτρέπει να χειριστούμε αντικείμενα χρησιμοποιώντας επιδέξιες κινήσεις των χεριών, όπως να γράψουμε με μολύβι, να πιάσουμε το κουτάλι για να φάμε σούπα ή να κουμπώσουμε το πουκάμισο. Τα άτομα με δυσλειτουργία του ιδιοδεκτικού συστήματος συνήθως έχουν αδεξιότητα, μια τάση να πέφτουν, έλλειψη της αντίληψης της θέσης του σώματος στο χώρο ή περίεργη στάση του σώματος.

 

Τι είναι η πράξη ή κινητικός σχεδιασμός;
Πρόκειται για την ικανότητα να σχεδιάζουμε και να εκτελούμε διαφορετικές κινήσεις. Αυτό το σύστημα για να λειτουργήσει σωστά χρειάζεται να δέχεται ακριβείς πληροφορίες από τις αισθήσεις και στη συνέχεια να οργανώνει και να αποκωδικοποιεί αυτές τις πληροφορίες επαρκώς και αποτελεσματικά.

Μια τέτοια δυσλειτουργία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα γλωσσικές ελλείψεις και μειωμένη μαθησιακή επίδοση. Στη συμπεριφορά, το παιδί γίνεται παρορμητικό, διασπάται εύκολα η προσοχή του και παρουσιάζει γενική έλλειψη σχεδιασμού. Κάποια παιδιά επίσης μπορεί να έχουν δυσκολία να προσαρμοστούν σε νέες καταστάσεις και να αντιδρούν με θυμό, επιθετικότητα ή απόσυρση.





 

Το Bruininks- Oseretsky Test of Motor Proficiency, Second Edition (BOT-2) είναι ένα σταθμισμένο εργαλείο που αξιολογεί τις αδρές και λεπτές κινητικές δεξιότητες.  Είναι ένα από τα πιο γνωστά ευρέως αξιολογητικά εργαλεία της κίνησης στον κόσμο καθώς και ένα από τα πιο έγκυρα και αξιόπιστα.

Το εργαλείο απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 4 ετών έως 21 ετών.

Το τεστ αποτελείται από δοκιμασίες που μοιάζουν με ευχάριστα παιχνίδια στα παιδιά. Έτσι, διατηρείται αμείωτο το ενδιαφέρον τους και, ταυτόχρονα, γίνεται αξιολόγηση της κινητικής τους ανάπτυξης.

Το BOT-2 αποτελείται από 8 κατηγορίες αξιολόγησης:

  • Ακρίβεια Λεπτής Κίνησης
  • Οπτικοκινητικός Συντονισμός
  • Χειρισμός Αντικειμένων
  • Αμφίπλευρος Συντονισμός
  • Ισορροπία
  • Ταχύτητα στο Τρέξιμο και Ευκινησία
  • Συντονισμός Άνω Άκρων και
  • Δύναμη

Στην «Ανάπτυξη & Εκπαίδευση», χορηγείται το Bruininks- Oseretsky Test of Motor Proficiency, Second Edition (BOT-2) για την ενδελεχή αξιολόγηση των κινητικών δεξιοτήτων των παιδιών.

Το Beery-Buktenica Developmental Test of Visual-Motor Integration, 8th  Edition (Beery VMI)  αποτελεί ένα σταθμισμένο διαγνωστικό εργαλείο το οποίο ανιχνεύει οπτικοκινητικές δυσχέρειες οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε μαθησιακές, νευροψυχολογικές και συμπεριφοριστικές δυσκολίες.

Αποτελείται από δύο εκδοχές, ανάλογα με την ηλικία χορήγησης: από 2-18 ετών και για ενήλικες.

Το VMI έχει σχεδιαστεί για να αξιολογήσει την ικανότητα ενός ατόμου να ενσωματώνει οπτικές και κινητικές δεξιότητες έτσι ώστε να μπορεί να παρέχεται η κατάλληλη θεραπεία

Το VMI αναγνωρίζει σημαντικές δυσκολίες στην ενσωμάτωση ή τον συντονισμό των οπτικών αντιληπτικών και κινητικών (κινήσεις των δακτύλων και των χεριών).

Το Κέντρο μας έχει λάβει πιστοποίηση μέσω τριών θεραπευτών του στη χορήγηση του "Λογόμετρου", ενός σταθμισμένου ψυχομετρικού εργαλείου για την αξιολόγηση δυνατοτήτων και δυσκολιών στον προφορικό και στο γραπτό λόγο, κατάλληλο για παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας (4 - 7 ετών).

Το εργαλείο αυτό χορηγείται και αξιολογείται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και έχει ως στόχο τη λεπτομερή καταγραφή της ανάπτυξης των γλωσσικών δεξιοτήτων των παιδιών και τον έγκαιρο εντοπισμό παιδιών που ανήκουν σε ομάδα "υψηλού κινδύνου" για δυσκολίες στη γλωσσική ανάπτυξη, αλλά και για τη μετέπειτα εκδήλωση ειδικών μαθησιακών δυσκολιών.

Με την αξιοποίηση των επιμέρους δοκιμασιών αξιολογούνται τα ακόλουθα:

  • Ο Προφορικός Λόγος:
  • Φωνολογική Επίγνωση και Επεξεργασία
  • Σημασιολογική Ανάπτυξη
  • Μορφολογική Επίγνωση
  • Πραγματολογική Επάρκεια(Επικοινωνιακή πρόθεση / ανταπόκριση, έκφραση συναισθήματος, κοινωνικές συμβάσεις)
  • Αφηγηματικός Λόγος(Αναδιήγηση / ελεύθερη αφήγηση)
  • Ακουστική Κατανόηση(Ακολουθία οδηγιών και κατανόηση ιστορίας)
  • Ο Γραπτός Λόγος:
  • Γνώση Αλφαβήτου(Αναγνώριση γραμμάτων και φθόγγων)
  • Αναδυόμενη Γραφή(Γραφή ονόματος και επινοημένη γραφή)

Το Τεστ Ανίχνευσης της Αναγνωστικής Ικανότητας από την Ε. Τάφα είναι ένα αξιόπιστο εργαλείο που βοηθά στην αξιολόγηση της αναγνωστικής ικανότητας παιδιών των πρώτων τάξεων του δημοτικού σχολείου, με σκοπό τον εντοπισμό εκείνων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αναγνωστική τους επίδοση.

Το τεστ αφορά παιδιά ηλικίας 6 ετών και 9 μηνών έως 10 ετών.

Στόχοι του τεστ είναι η αντικειμενική μέτρηση της αναγνωστικής ικανότητας των παιδιών των παραπάνω ηλικιών, ο εντοπισμός των παιδιών με προβλήματα ανάγνωσης και η σύγκριση του επιπέδου της αναγνωστικής ικανότητας μεταξύ των παιδιών της ίδιας τάξης ή μεταξύ των παιδιών δύο ή περισσοτέρων σχολείων.

Η Αυστραλιανή Κλίμακα για το Σύνδρομο Asperger (Australian Scale for Asperger's Syndrome ASAS) είναι ένα ανιχνευτικό εργαλείο που έχει σχεδιαστεί για να αναγνωρίζει παιδιά που μπορεί να έχουν Σύνδρομο Asperger.

Είναι σχεδιασμένη για να συμπληρώνεται από γονείς, εκπαιδευτικούς ή άλλους επαγγελματίες που γνωρίζουν το παιδί.

Το τεστ αυτό παρέχει ένα μέσο αναφοράς για την αξιολόγηση της ομιλίας και της γλώσσας των παιδιών. Η βαθμολογία ενός παιδιού μπορεί να συγκριθεί με βαθμολογίες που επιτυγχάνονται από παιδιά παρόμοιων ηλικιών.

Αξιολογεί την έκταση στην οποία οι εικόνες των αντικειμένων, διατεταγμένες με βαθμό δυσκολίας, μπορούν να ονομαστούν σωστά.

 

Είναι μία μέθοδος διδασκαλίας κοινωνικών δεξιοτήτων σε άτομα που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού. Πρόκειται για μικρές αφηγήσεις (εξατομικευμένα κείμενα), φτιαγμένες για να περιγράψουν μια συγκεκριμένη κατάσταση ή ένα συγκεκριμένο κοινωνικό γεγονός & προσφέρουν στο άτομο ακριβείς πληροφορίες για καταστάσεις και δεξιότητες που δυσκολεύουν το συγκεκριμένο άτομο.

Επινοήθηκαν το 1991 από την Carol Gray, με σκοπό τη βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων των ατόμων με Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος.

Οι κοινωνικές ιστορίες δίνουν  στα παιδιά την απεικόνιση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των συμπεριφορών των άλλων.

Βοηθούν να προβλέψουν καλύτερα τις πράξεις και τις υποθέσεις των ανθρώπων με τους οποίους αλληλοεπιδρούν.

Επίσης παρουσιάζουν πληροφορίες για κοινωνικές καταστάσεις με ένα δομημένο και σταθερό τρόπο, που είναι πολύ σημαντικό για τα παιδιά με ΔΑΦ, ειδικά όταν πρόκειται για δεξιότητες και συμπεριφορές που είναι τόσο ασαφείς όσο αυτές που εμπλέκονται στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Το Σύστημα Achenbach για Εμπειρικά Βασισμένη Αξιολόγηση (ΣΑΕΒΑ) χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των ικανοτήτων, της προσαρμοστικής λειτουργικότητας και των προβλημάτων συμπεριφοράς και συναισθήματος σε παιδιά και εφήβους.

Το διαγνωστικό εργαλείο του Achenbach περιλαμβάνει τρία ερωτηματολόγια τα οποία χρησιμοποιούνται για τη συλλογή πληροφοριών. 

Αυτά τα ερωτηματολόγια είναι: 

  • Το Ερωτηματολόγιο για Γονείς (Child Behavior Checklist- CBCL)
  • το Ερωτηματολόγιο για Εφήβους (Youth Self Report- YSR) και
  • το Ερωτηματολόγιο για Εκπαιδευτικούς (Teacher’s Report Form- TRF)