Μαθησιακές δυσκολίες: Ένας όρος 58 ετών

Διατυπώθηκε το 1962 από τον Samuel Kirk (ψυχολόγος και ειδικός παιδαγωγός στο Πανεπιστήμιο Illinois) σε μια προσπάθεια να εξηγήσει την αναντιστοιχία που είχε παρατηρήσει ανάμεσα στις εμφανείς νοητικές ικανότητες ενός παιδιού να μάθει και στην τελική του απόδοση. 

Οι Δυσκολίες Μάθησης εντοπίζονται κατά τη διαδικασία μάθησης και επαφής με τα γνωστικά έργα και έχουν σαν αποτέλεσμα την αποτυχία στο σχολείο ή την μειωμένη σχολική επίδοση, η οποία δεν είναι ανάλογη με την προσπάθεια του παιδιού. Τα παιδιά που παρουσιάζουν τέτοιες δυσκολίες αποκλίνουν από τη μέση επίδοση των συνομηλίκων τους.

 

Aίτια

Τα αίτια που τις προκαλούν μπορεί να είναι ενδογενή (π.χ. χαμηλό νοητικό δυναμικό, επιβαρυμένο ιατρικό ιστορικό κλπ.) ή εξωγενή (π.χ. δίγλωσσα περιβάλλοντα, περιβάλλοντα φτωχά σε ερεθίσματα και γνώσεις, ανεπαρκής διδασκαλία). Στην περίπτωση αυτή κάνουμε λόγο για Γενικές Μαθησιακές Δυσκολίες.

Παράλληλα, υπάρχουν περιπτώσεις μαθητών που έχουν φυσιολογική ή και ανεπτυγμένη νοημοσύνη, πολλές ικανότητες και ταλέντα, που τους παρέχεται ένα επαρκές πλαίσιο διδασκαλίας και που παρόλο αυτά παρουσιάζουν ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ αυτού που μπορούν να κάνουν κι  αυτού που τελικά επιτυγχάνουν. Αυτή η απόκλιση οφείλεται σε μια διαφορετική λειτουργία του εγκεφάλου, η οποία επηρεάζει τη λήψη και την επεξεργασία των πληροφοριών. Στην περίπτωση αυτή το παιδί διαγιγνώσκεται με Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες.

Ποιες είναι οι κυριότερες Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες;

Αναφέρεται σε παιδιά με φυσιολογική νοημοσύνη, που αν και παρακολουθούν κανονικά τα μαθήματα της τάξης τους παρουσιάζουν μη αναμενόμενη δυσκολία της αναγνωστικής ικανότητας αλλά και προφορικής απόδοσης αυτών που έχουν διαβαστεί. 

Η δυσαναγνωσία παρεμποδίζει σημαντικά τη σχολική επίδοση ή τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής του παιδιού που απαιτούν δεξιότητες ανάγνωσης.

Συνοπτικά, παρατηρούνται τα παρακάτω χαρακτηριστικά: 

  • Κομπιάζει την ώρα της ανάγνωσης
  • Χάνει τη σειρά του κειμένου
  • Διαβάζει λάθος τις λέξεις, χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει
  • Δεν τονίζει σωστά
  • Παρουσιάζει δυσκολίες στην ανάγνωση πολυσύλλαβων λέξεων
  • Δεν ολοκληρώνει την ανάγνωση σε ικανό χρόνο
Η δυσκολία στην εκμάθηση της ορθογραφίας και των κανόνων που τη διέπουν. Αφορά την ικανότητα του παιδιού να αντιστοιχεί με ευκολία φωνήματα και γραφήματα. Η δυσκολία εντοπίζεται τόσο στο επίπεδο της λέξης, όσο και στο επίπεδο της σύνταξης, της πρότασης και της παραγράφου.

Η δυσορθογραφία αναφέρεται σε παιδιά με φυσιολογική νοημοσύνη. Έχει άμεση σύνδεση με τη δυσλεξία σε ποσοστό μεγαλύτερο του 60%, αλλά μπορεί να υπάρχει και από μόνη της. Συνυπάρχει με τη δυσγραφία σε ποσοστό 70% και με τη ΔΕΠ-Υ σε ποσοστό 20%.
Η δυσαριθμησία, είναι μια κατάσταση κατά την οποία μερικά παιδιά παρουσιάζουν δυσκολίες αντίληψης και επεξεργασίας των μαθηματικών πράξεων και απόκτησης μαθηματικών δεξιοτήτων. 

Δεν είναι απαραίτητο να παρουσιάσουν δυσκολίες στην ανάγνωση, την ορθογραφία και γενικά το γραπτό λόγο. Αντίθετα, μπορεί να έχουν ικανοποιητική επίδοση σε όλα τα άλλα σχολικά μαθήματα.

Ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη δυσαριθμησία είναι τα εξής:

  • Δυσκολία στην τέλεση απλών μαθηματικών πράξεων και στην κατανόηση των μαθηματικών εννοιών
  • Αδυναμία να βρουν το μηχανισμό που χρειάζεται για την επίλυση των προβλημάτων
  • Σύγχυση μαθηματικών συμβόλων
  • Δυσκολία στην απομνημόνευση παρά τη συνεχή επανάληψη (π.χ. προπαίδεια)
  • Δυσκολία στην αντίληψη και κατανόηση ποσοτήτων και μεγεθών
  • Δυσκολεύονται στην εκτέλεση μαθηματικών πράξεων από μνήμης
  • Δυσκολίες στη χρήση των χρημάτων
Η δυσκολία του παιδιού να δημιουργήσει ένα αποδεκτό και ευανάγνωστο χειρόγραφο, ακόμα και αν έχει την απαιτούμενη καθοδήγηση και πρακτική εξάσκηση. Αυτή η δυσκολία λοιπόν στη γραφή οφείλεται σε ανεπαρκή νοητική αναπαράσταση και εκμάθηση της αλληλουχίας των κινήσεων του χεριού, ώστε να σχηματιστούν τα γράμματα, οι αριθμοί και οποιοδήποτε σύμβολο. Αυτή η δυσκολία δεν εναρμονίζεται με την ευφυΐα του ατόμου. 

Ένα παιδί που έχει δυσγραφία συνήθως: 

  • Κάνει μεγάλα και δυσανάγνωστα γράμματα
  • Αντιμετωπίζει δυσκολία να γράψει στις γραμμές του τετραδίου
  • Κάνει αναγραμματισμούς των λέξεων
  • Παραλείπει, αντικαθιστά ή προσθέτει γράμματα ή συλλαβές
  • Παρατονίζει ή παραλείπει τους τόνους
  • Δεν αφήνει απόσταση μεταξύ των λέξεων σε μια φράση ή αφήνει άσκοπα
  • Κάνει υπερβολικά σβησίματα
Η Δυσλεξία αποτελεί την πιο συχνή Ειδική Μαθησιακή Δυσκολία. Είναι μια κατάσταση νευροαναπτυξιακής διαφοροποίησης που προκαλεί δυσκολίες στην εκμάθηση ανάγνωσης, γραφής και ορθογραφίας. 

Οι δυσκολίες παραμένουν παρόλο που το παιδί έχει λάβει κατάλληλες εκπαιδευτικές ευκαιρίες και δεν συνάδουν με το νοητικό του δυναμικό. Ο βαθμός στον οποίο η δυσλεξία λειτουργεί σαν εμπόδιο στην μάθηση, διαφέρει από άτομο σε άτομο. 

Η έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση σε αυτό το στάδιο μπορεί να βοηθήσει σε πολύ σημαντικό βαθμό τους δυσλεκτικούς μαθητές, γιατί παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, μπορούν να μάθουν τρόπους να τις ξεπερνούν και να διαπρέπουν. 

Στην καθημερινότητα η Δυσλεξία εκδηλώνεται με: 

  • Υπερβολικά μεγάλη διάρκεια μελέτης, ιδιαίτερα σε μαθήματα «κειμένου»
  • Χαμηλή επίδοση σε θέματα και ύλη που έχει προετοιμάσει ο μαθητής την προηγούμενη ημέρα και στα οποία έχει ελεγχθεί
  • Φτωχή επίδοση στην παραγωγή γραπτού λόγου (έκθεση κ.α.)
  • Αδυναμία στη γραφή από υπαγόρευση με παραλείψεις λέξεων και κακή ποιότητα γραφής
  • Λανθασμένη ορθογραφία σε λέξεις που έχουν γραφεί σωστά σε άλλες περιπτώσεις.

Ποιες περιπτώσεις παιδιών δύναται να αναλάβει ένας Ειδικός Παιδαγωγός;

Παιδιά που αντιμετωπίζουν πρόκληση ή χρειάζονται ενίσχυση σε έναν ή σε περισσότερους από τους παρακάτω τομείς:

  • Στην ανάγνωση ή στην γραφή
  • Στην οργάνωση γραπτού λόγου (σκέφτομαι και γράφω, έκθεση)
  • Στην κατανόηση γραπτού λόγου
  • Στην μνήμη (βραχύχρονη & μακρόχρονη)
  • Στην οργάνωση της μελέτης
  • Στη συγκέντρωση και την προσοχή
  • Στην ταχύτητα μελέτης
  • Στη λογική κριτική σκέψη
  • Στις μαθηματικές έννοιες